Το συμπέρασμα συνοψίζει την έρευνα | Sonuç, araştırmayı özetler. |
Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας είναι εκτενής. | Literatür taraması kapsamlıdır. |
Η περίληψη παρέχει μια επισκόπηση. | Özet, genel bir bakış sağlar. |
Η παραπομπή ακολουθεί το πρότυπο. | Atıf standarda uygundur. |
Η βιβλιογραφία είναι πλήρης. | Kaynakça tamamlandı. |
Η αξιολόγηση από ομότιμους ήταν θετική. | Hakem değerlendirmesi olumluydu. |
Το ακαδημαϊκό περιοδικό το δημοσίευσε. | Akademik dergi bunu yayımladı. |
Το θεωρητικό πλαίσιο καθοδηγεί τη μελέτη. | Teorik çerçeve çalışmayı yönlendirir. |
Τα εμπειρικά δεδομένα υποστηρίζουν τον ισχυρισμό. | Ampirik bulgular iddiayı destekliyor. |
Η ποσοτική ανάλυση αποκαλύπτει μοτίβα. | Nicel analiz kalıpları ortaya koyar. |
Η ποιοτική έρευνα διερευνά προοπτικές. | Nitel araştırma bakış açılarını inceler. |
Το επιστημονικό άρθρο συνεισφέρει στη γνώση. | Akademik makale bilgiye katkıda bulunur. |
Ο ακαδημαϊκός λόγος είναι επίσημος. | Akademik söylem resmidir. |
Η ερευνητική ερώτηση είναι σαφής. | Araştırma sorusu açıktır. |
Η ανάλυση των δεδομένων είναι διεξοδική. | Veri analizi kapsamlıdır. |
Η ακαδημαϊκή γραφή ακολουθεί τις συμβάσεις. | Akademik yazım geleneklere uygundur. |
Το επιστημονικό έργο αξιολογείται από ομότιμους. | Bu bilimsel çalışma hakem değerlendirmesinden geçirilmiştir. |
Η έρευνα συνεισφέρει στο πεδίο. | Bu araştırma alana katkıda bulunur. |
Το ακαδημαϊκό επιχείρημα είναι καλά δομημένο. | Akademik argüman iyi yapılandırılmış. |
Η θεωρητική προοπτική διαμορφώνει την ανάλυση. | Teorik perspektif analizi yönlendirir. |
Η επιστημονική δημοσίευση προάγει την κατανόηση. | Akademik yayın, anlayışın ilerlemesini sağlar. |
Το επιστημολογικό πλαίσιο θεμελιώνει την έρευνα. | Epistemolojik çerçeve araştırmanın temelini oluşturur. |
Οι οντολογικές υποθέσεις διαμορφώνουν τη μεθοδολογία. | Ontolojik varsayımlar metodolojiyi belirler. |
Η ερμηνευτική προσέγγιση ερμηνεύει τα δεδομένα. | Hermeneutik yaklaşım verileri yorumlar. |
Η παραδειγματική αλλαγή έλαβε χώρα στον τομέα. | Paradigmatik değişim alanda meydana geldi. |
Οι θεωρητικές βάσεις είναι βάσιμες. | Teorik temeller sağlamdır. |
Το εννοιολογικό πλαίσιο καθοδηγεί την ανάλυση. | Kavramsal çerçeve analizi yönlendirir. |
Έχει πράσινο χέρι. | Bitkilerle arası iyi olmak. |
Η μεθοδολογική αυστηρότητα εξασφαλίζει την εγκυρότητα. | Metodolojik titizlik geçerliliği sağlar. |
Η επιστημολογική θέση είναι ρητή. | Epistemolojik pozisyon açıktır. |
Η οντολογική δέσμευση διαμορφώνει την έρευνα. | Ontolojik bağlılık, sorgulamayı şekillendirir. |
Τα αξιολογικά ζητήματα αντιμετωπίζονται. | Aksiolojik değerlendirmeler ele alınmaktadır. |
Το ερευνητικό παράδειγμα επηρεάζει την ερμηνεία. | Araştırma paradigması yorumlamayı etkiler. |
Η επιστημολογική θέση είναι συνεκτική. | Epistemolojik duruş tutarlıdır. |
Ο θεωρητικός φακός παρέχει ενόραση. | Teorik çerçeve içgörü sağlar. |
Η μεθοδολογική τριγωνοποίηση ενισχύει την αξιοπιστία. | Metodolojik triangülasyon güvenilirliği artırır. |
Οι επιστημολογικές υποθέσεις είναι διαφανείς. | Epistemolojik varsayımlar açıktır. |
Η οντολογική προοπτική πλαισιώνει τη μελέτη. | Ontolojik perspektif çalışmayı çerçeveler. |
Η θεωρητική συμβολή προάγει τη γνώση. | Teorik katkı bilgi birikimini ilerletir. |
Η μεθοδολογική καινοτομία ανοίγει νέους δρόμους. | Metodolojik yenilik yeni araştırma alanları açmaktadır. |
Η επιστημολογική αυστηρότητα διασφαλίζει την ακαδημαϊκή ακεραιότητα. | Epistemolojik titizlik akademik dürüstlüğü sağlar. |
Έχει χρυσή καρδιά. | Altın kalpli olmak. |
Να είσαι στα σύννεφα. | Sevinçten havalara uçmak. |
Με ένα σμπάρο, δύο τρυγόνια. | Bir taşla iki kuş vurmak. |
Η μπάλα είναι στο γήπεδό σου. | Top sende. |
Να είσαι στη θέση κάποιου. | Birinin yerinde olmak. |
Το πέτυχες διάνα. | Tam on ikiden vurmak |
Καλύτερα αργά παρά ποτέ. | Geç olsun, güç olmasın. |
Μην κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του. | Dış görünüşe aldanma. |
Κάθε σύννεφο έχει μια ασημένια επένδυση. | Her şerde bir hayır vardır. |
Οι πράξεις μιλούν πιο δυνατά από τα λόγια. | Eylemler sözlerden daha etkilidir. |
Σπάω τον πάγο | buzları kırmak |
Είναι παιχνιδάκι. | Çocuk oyuncağı olmak. |
Κοστίζει μια περιουσία. | Çok pahalıya mal olmak. |
Είμαι όλος αυτιά. | Kulak kesilmek |
Μια στο τόσο. | Kırk yılda bir. |
Αποκαλύπτω ένα μυστικό. | Ağzından kaçırmak. |
Να είναι τόσο απασχολημένος όσο μια μέλισσα. | Arı gibi çalışmak. |
Είμαστε στο ίδιο καζάνι. | Aynı gemide olmak. |
κάνω τα στραβά μάτια | Görmezden gelmek. |
δουλεύω ως τα ξημερώματα | Gece geç saatlere kadar çalışmak. |
Να είναι λύκος με προβιά | Koyun postuna bürünmüş kurt olmak. |
Το να κλαις για το χυμένο γάλα. | Dökülen süte ağlamak. |
είμαι το μήλο του ματιού κάποιου | Birinin gözbebeği olmak. |
Μασάω τα λόγια μου. | Lafı dolandırmak. |
Να είναι σαν βελόνα στο άχυρο. | Samanlıkta iğne aramak. |
Να είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. | Bardağı taşıran son damla olmak. |
Να βρίσκεσαι ανάμεσα στη σφύρα και στο αμόνι. | İki arada bir derede kalmak. |
Να είναι το κερασάκι στην τούρτα. | Olayı daha da güzelleştirmek |
είναι μια σταγόνα στον ωκεανό. | Okyanusta bir damla olmak |
Να είναι το αλάτι της γης. | Dünyanın tuzu olmak. |
Να αξίζει το αλάτι του | İşinin ehli olmak |
Να είναι παραπλανητικό στοιχείο. | Yalancı iz olmak. |
Να είναι λευκός ελέφαντας. | Beyaz fil olmak. |
Να είναι αουτσάιντερ. | Beklenmedik bir kişi olmak |
Να είναι μια μέρα ορόσημο. | kırmızı harflerle yazılacak bir gün olmak |
Να σε πιάσουν στα πράσα. | suçüstü yakalanmak |
Να είσαι πράσινος από τη ζήλια. | Kıskançlıktan çatlamak. |
Να είσαι στο κόκκινο | zararda olmak. |
Να είμαι κερδοφόρος. | kârda olmak |
να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο | Boşa kürek çekmek. |
Να συμβαίνει μια στο τόσο. | Kırk yılda bir olmak. |
να είναι κεραυνός εν αιθρία | beklenmedik bir şekilde olmak |
Να είναι πιστός | Sadık olmak. |
είναι δειλός | Ödlek olmak. |
Να είναι χρυσή ευκαιρία. | Altın bir fırsat olmak. |
Να αξίζει το βάρος του σε χρυσάφι. | altın değerinde olmak |
Να είναι ο χρυσός κανόνας. | Altın kural olmak. |
να είναι η αχτίδα φωτός. | Bir umut ışığı olmak. |
Να γεννηθεί με ασημένιο κουτάλι στο στόμα. | Altın kaşıkla doğmak. |
Να έχει χρυσή γλώσσα. | Tatlı dilli olmak. |
Να είναι μια γκρίζα ζώνη. | belirsiz olmak |
Να απολυθείς | İşten çıkarılmak. |
Να είναι σε εξαιρετική κατάσταση. | sağlığı yerinde olmak. |
Να είναι πομπώδης πρόζα. | Ağdalı, süslü bir üslup olmak. |
Να βρίσκεται κανείς σε βαθύ στοχασμό. | Düşüncelere dalmak. |
Να είναι ξεκάθαρο | Apaçık olmak |
Να τεθεί στη μαύρη λίστα. | Kara listeye alınmak. |
Μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Sosyal medya. |
Σαρώνω τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. | Sosyal medyada kaydırıyorum. |
Η ανάρτηση έγινε viral. | Gönderi viral oldu. |
Ακολουθώ τις τάσεις. | Trendleri takip ediyorum. |
Το meme κοινοποιήθηκε. | Meme paylaşıldı. |
Μεταδίδω περιεχόμενο μέσω streaming. | İçerik yayınlıyorum. |
Ο influencer προώθησε το προϊόν. | Influencer ürünü tanıttı. |
Δημιουργώ περιεχόμενο. | İçerik üretiyorum. |
Το hashtag ήταν δημοφιλές. | Hashtag trendteydi. |
Ασχολούμαι με την κοινότητα. | Toplulukla etkileşimde bulunuyorum. |
Η ψηφιακή κουλτούρα εξελίσσεται. | Dijital kültür evriliyor. |
Χρησιμοποιώ σύγχρονες εκφράσεις. | Modern ifadeler kullanıyorum. |
Η αναφορά στην ποπ κουλτούρα έγινε. | Pop kültür göndermesi yapıldı. |
Γνωρίζω τα τρέχοντα γεγονότα. | Güncel gelişmelerden haberdarım. |
Χρησιμοποιείται η σύγχρονη αργκό. | Güncel argo kullanılıyor. |
Προσαρμόζομαι στη σύγχρονη γλώσσα. | Günümüz diline uyum sağlıyorum. |
Το πολιτιστικό φαινόμενο εμφανίστηκε. | Kültürel fenomen ortaya çıktı. |
Ακολουθώ την ποπ κουλτούρα. | Pop kültürünü takip ediyorum. |
Η σύγχρονη έκφραση έγινε δημοφιλής. | Modern ifade popüler oldu. |
Χρησιμοποιώ σύγχρονο λεξιλόγιο. | Çağdaş kelime dağarcığı kullanıyorum. |
Η πολιτισμική αλλαγή συνέβη. | Kültürel değişim gerçekleşti. |
Ασχολούμαι με τη σύγχρονη κουλτούρα. | Çağdaş kültürle ilgileniyorum. |
Η τάση ήταν βραχύβια. | Trend kısa ömürlüydü. |
Γνωρίζω τις πολιτισμικές αλλαγές. | Kültürel değişikliklerin farkındayım. |
Η σύγχρονη αναφορά έγινε κατανοητή. | Çağdaş referans anlaşıldı. |
Μηχανική | Mühendislik |
Σχεδιασμός | Tasarım. |
πρωτότυπο | Prototip |
Το έργο μηχανικής ολοκληρώθηκε. | Mühendislik projesi tamamlandı. |
Ο σχεδιασμός ήταν καινοτόμος. | Tasarım yenilikçiydi. |
Το πρωτότυπο δοκιμάστηκε. | Prototip test edildi. |
Οι τεχνικές προδιαγραφές ικανοποιήθηκαν. | Teknik şartnameler karşılandı. |
Η μηχανική λύση ήταν αποτελεσματική. | Mühendislik çözümü verimliydi. |
Η τεχνική τεκμηρίωση ήταν ολοκληρωμένη. | Teknik dokümantasyon kapsamlıydı. |
Η ομάδα μηχανικών συνεργάστηκε. | Mühendislik ekibi işbirliği yaptı. |
Η διαδικασία σχεδιασμού ήταν επαναληπτική. | Tasarım süreci iteratifti. |
Οι τεχνικές απαιτήσεις αναλύθηκαν. | Teknik gereksinimler analiz edildi. |
Η μηχανική καινοτομία κατοχυρώθηκε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. | Mühendislik yeniliği patentlendi. |
Η τεχνική εφικτότητα αξιολογήθηκε. | Teknik uygulanabilirlik değerlendirildi. |
Τα πρότυπα μηχανικής τηρήθηκαν. | Mühendislik standartlarına uyuldu. |
Η βελτιστοποίηση του σχεδιασμού βελτίωσε την απόδοση. | Tasarım optimizasyonu performansı iyileştirdi. |
Η τεχνική υλοποίηση ήταν επιτυχής. | Teknik uygulama başarıyla gerçekleştirildi. |
Η μεθοδολογία της μηχανικής ήταν συστηματική. | Mühendislik metodolojisi sistematikti. |
Η τεχνική ανάλυση ήταν λεπτομερής. | Teknik analiz ayrıntılıydı. |
Η μηχανική λύση ήταν βιώσιμη. | Mühendislik çözümü sürdürülebilirdi. |
Η τεχνική πρόοδος ήταν σημαντική. | Teknik ilerleme önemliydi. |
Ο μηχανικός σχεδιασμός επικυρώθηκε. | Mühendislik tasarımı doğrulandı. |
Η τεχνική εμπειρογνωσία επιδείχθηκε. | Teknik uzmanlık gösterildi. |
Το μηχανικό έργο διαχειρίστηκε αποτελεσματικά. | Mühendislik projesi etkili bir şekilde yönetildi. |
Η τεχνολογική καινοτομία ήταν πρωτοποριακή. | Teknik yenilik çığır açıcıydı. |
Η μηχανική προσέγγιση ήταν πολυεπιστημονική. | Mühendislik yaklaşımı çok disiplinliydi. |
Η τεχνική λύση ήταν κλιμακώσιμη. | Teknik çözüm ölçeklenebilirdi. |
Η ποιότητα της μηχανικής διασφαλίστηκε. | Mühendislik kalitesi güvence altına alındı. |
Η τεχνική ανάπτυξη επιταχύνθηκε. | Teknik gelişme hızlandırıldı. |
Η αριστεία στην μηχανική αναγνωρίστηκε. | Mühendislik mükemmeliyeti tanındı. |
Κυρίες και κύριοι. | Hanımefendiler ve beyefendiler. |
Έχω την τιμή να. | Onur duyarım. |
Είναι με μεγάλη ευχαρίστηση που | Büyük bir memnuniyetle. |
Θα ήθελα να εκφράσω. | İfade etmek isterim. |
Εκ μέρους. | namına |
Με τιμά να βρίσκομαι εδώ. | Burada bulunmaktan onur duyuyorum. |
Είναι προνόμιο να | …mek bir ayrıcalıktır. |
Θα ήθελα να αναγνωρίσω. | Bunu belirtmek isterim. |
Επιτρέψτε μου να σας συστήσω. | Tanıştırmama izin veriniz. |
Έχω την ευχαρίστηση να ανακοινώσω. | Duyurmaktan memnuniyet duyarım. |
Μου προκαλεί ιδιαίτερη χαρά να | Bana büyük bir memnuniyet vermektedir. |
Θα ήθελα να επεκτείνω. | Uzatma talebinde bulunmak istiyorum. |
Κατά την παρούσα περίσταση. | Bu vesileyle. |
Είμαι στην ευχάριστη θέση να. | Memnuniyet duyarım. |
Είναι χαρά μου να. | Memnuniyet duyarım. |
Θα ήθελα να αξιοποιήσω αυτήν την ευκαιρία. | Bu fırsatı değerlendirmek isterim. |
Επιτρέψτε μου να εκφράσω. | İzninizle ifade edeyim. |
Είμαι ευγνώμων για. | Müteşekkirim. |
Είναι με βαθιά ευγνωμοσύνη που | Derin bir şükranla |
Θα ήθελα να μεταφέρω. | İletmek isterim. |
Επανάσταση | Devrim. |
Η Γαλλική Επανάσταση. | Fransız Devrimi. |
Η Βαστίλη | Bastille. |
Ο Διαφωτισμός | Aydınlanma. |
Ο Μεσαίωνας. | Orta Çağ. |
Η Αναγέννηση. | Rönesans. |
Η μοναρχία ανατράπηκε. | Monarşi devrildi. |
Η δημοκρατία ιδρύθηκε. | Cumhuriyet kuruldu. |
Η ιστορική περίοδος επηρέασε τον πολιτισμό. | Tarihsel dönem kültürü etkiledi. |
Το ιστορικό γεγονός διαμόρφωσε την κοινωνία. | Tarihi olay toplumu şekillendirdi. |
Η πολιτιστική κληρονομιά διατηρήθηκε. | Kültürel miras korundu. |
Η ιστορική προσωπικότητα ήταν επιδραστική. | Tarihi şahsiyet etkiliydi. |
Χρησιμοποιήθηκε η γλώσσα της εποχής. | Döneme özgü dil kullanıldı. |
Το ιστορικό πλαίσιο έχει σημασία. | Tarihsel bağlam önemlidir. |
Η πολιτισμική ιστορία μελετήθηκε. | Kültür tarihi incelendi. |
Η ιστορική αναφορά έγινε. | Tarihsel referans yapıldı. |
Η περίοδος χαρακτηριζόταν από | Dönem ... ile karakterize edildi. |
Η ιστορική σημασία αναγνωρίστηκε. | Tarihi önemi tanındı. |
Το πολιτιστικό κίνημα αναδύθηκε. | Kültürel hareket ortaya çıktı. |
Η ιστορική κληρονομιά διαρκεί. | Tarihi miras devam ediyor. |
Η περίοδος σήμανε μια στροφή. | Bu dönem bir dönüm noktasını işaret etti. |
Η ιστορική αφήγηση γράφτηκε. | Tarihsel anlatı yazıldı. |
Η πολιτιστική παράδοση πέρασε από γενιά σε γενιά. | Kültürel gelenek kuşaktan kuşağa aktarıldı. |
Η ιστορική προοπτική αναλύθηκε. | Tarihsel bakış açısı analiz edildi. |
Η περίοδος επηρέασε τη σύγχρονη σκέψη. | Dönem modern düşünceyi etkiledi. |
Δικαστήριο | Mahkeme. |
Δικαστής | Hakim. |
Δικηγόρος | Avukat |
Το δικαστήριο άκουσε την υπόθεση. | Mahkeme davayı dinledi. |
Ο δικαστής εξέδωσε απόφαση. | Hakim kararını verdi. |
Ο δικηγόρος παρουσίασε το επιχείρημα. | Avukat argümanını sundu. |
Το νομικό σύστημα εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη. | Hukuk sistemi adaleti sağlar. |
Η δίκη έγινε δίκαια. | Dava adil bir şekilde yürütüldü. |
Τα αποδεικτικά στοιχεία παρουσιάστηκαν. | Deliller sunuldu. |
Ο μάρτυρας κατέθεσε. | Tanık ifade verdi. |
Οι ένορκοι συζήτησαν. | Jüri müzakere etti. |
Η ετυμηγορία ανακοινώθηκε. | Karar açıklandı. |
Η ποινή ανακοινώθηκε. | Hüküm açıklandı. |
Η έφεση κατατέθηκε. | Temyiz başvurusu yapıldı. |
Το νομικό προηγούμενο καθιερώθηκε. | Hukuki emsal oluşturuldu. |
Το συνταγματικό δικαίωμα προστατεύθηκε. | Anayasal hak korundu. |
Η νομική διαδικασία τηρήθηκε. | Yasal prosedüre uyuldu. |
Το σύστημα δικαιοσύνης λειτουργεί ανεξάρτητα. | Adalet sistemi bağımsız olarak işler. |
Το νομικό πλαίσιο προστατεύει τα δικαιώματα. | Hukuki çerçeve hakları korur. |
Η εντολή του δικαστηρίου εκδόθηκε. | Mahkeme emri verildi. |
Παρεσχέθη νομική εκπροσώπηση. | Hukuki temsil sağlandı. |
Η υπόθεση απορρίφθηκε. | Dava reddedildi. |
Ζητήθηκε ένδικο μέσο. | Hukuki çareye başvuruldu. |
Η δικαιοσύνη αποδόθηκε. | Adalet yerini buldu. |
Η νομική διαφορά επιλύθηκε. | Hukuki uyuşmazlık çözüldü. |
Οι δικαστικές διαδικασίες ήταν διαφανείς. | Mahkeme süreci şeffaftı. |
Η νομική αρχή εφαρμόστηκε. | Hukuki ilke uygulandı. |
Ο δικαστικός έλεγχος διεξήχθη. | Yargı denetimi yapıldı. |
Η νομική προστασία χορηγήθηκε. | Hukuki koruma verildi. |
Το σύστημα δικαιοσύνης εξασφαλίζει τη δίκαιη μεταχείριση. | Adalet sistemi hakkaniyeti sağlar. |
Η νομική υποχρέωση εκπληρώθηκε. | Yasal yükümlülük yerine getirildi. |
Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου καθορίστηκε. | Mahkemenin yargı yetkisi tesis edildi. |
Το νομικό επιχείρημα ήταν πειστικό. | Hukuki argüman ikna ediciydi. |
Η δικαιοσύνη ήταν αμερόληπτη. | Adalet tarafsızdı. |
Το νομικό σύστημα εξελίχθηκε. | Hukuk sistemi evrildi. |
Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν οριστική. | Mahkemenin kararı nihaiydi. |
Τα νόμιμα δικαιώματα εφαρμόστηκαν. | Yasal haklar uygulandı. |
Η δικαστική διαδικασία ήταν διεξοδική. | Adalet süreci kapsamlıydı. |
Το νομικό πλαίσιο ήταν περιεκτικό. | Hukuki çerçeve kapsamlıydı. |
Νόμος. | Kanun. |
Νομικός | Yasal. |
Σύμβαση | Sözleşme |
Υπέγραψα τη σύμβαση. | Sözleşmeyi imzaladım. |
Ο νόμος ψηφίστηκε. | Kanun yürürlüğe konuldu. |
Το νομικό έγγραφο ελέγχθηκε. | Hukuki belge incelenmiştir. |
Η συμφωνία είναι δεσμευτική. | Sözleşme bağlayıcıdır. |
Η ρήτρα καθορίζει τους όρους. | Hüküm şartları belirler. |
Η δικαστική διαδικασία ξεκίνησε. | Hukuki işlem başlatıldı. |
Το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση. | Mahkeme bir hüküm verdi. |
Ο νομικός σύμβουλος συμβούλεψε. | Hukuk müşaviri tavsiyede bulundu. |
Ο νόμος τροποποιήθηκε. | Kanun değiştirildi. |
Ο κανονισμός εφαρμόστηκε. | Düzenleme yürürlüğe konuldu. |
Το νομικό πλαίσιο διέπει. | Hukuki çerçeve düzenler. |
Το επίσημο έγγραφο επικυρώθηκε από συμβολαιογράφο. | Resmi belge noter tarafından tasdik edildi. |
Η γραφειοκρατική διαδικασία είναι περίπλοκη. | Bürokratik prosedür karmaşıktır. |
Το διοικητικό έντυπο υποβλήθηκε. | İdari form sunuldu. |
Η επίσημη ειδοποίηση εκδόθηκε. | Resmi tebligat yapılmıştır. |
Ο στίχος είναι ρυθμικός | Mısra ritmiktir. |
Το νομικό πρόσωπο ιδρύθηκε. | Tüzel kişi kuruldu. |
Η απαίτηση συμμόρφωσης ικανοποιήθηκε. | Uyumluluk gerekliliği karşılanmıştır. |
Το νομικό προηγούμενο παρατέθηκε. | Hukuki emsal gösterildi. |
Κατά της δικαστικής απόφασης ασκήθηκε έφεση. | Mahkeme kararı temyiz edildi. |
Η νομική υποχρέωση πρέπει να εκπληρωθεί. | Hukuki yükümlülük yerine getirilmelidir. |
Το επίσημο αρχείο αρχειοθετήθηκε. | Resmi kayıt arşivlendi. |
Η ρυθμιστική αρχή εποπτεύει. | Düzenleyici kurum gözetler. |
Η νομική διάταξη εφαρμόζεται. | Yasal hüküm uygulanır. |
Η επίσημη εξουσιοδότηση χορηγήθηκε. | Resmi yetki verildi. |
Η γραφειοκρατική διαδικασία είναι χρονοβόρα. | Bürokratik süreç uzundur. |
Η νομική ερμηνεία ποικίλλει. | Hukuki yorum farklılık gösterir. |
Τηρήθηκε το επίσημο πρωτόκολλο. | Resmi protokole uyuldu. |
Μυθιστόρημα | Roman. |
Ποίηση | Şiir. |
Πεζογραφία | Düzyazı. |
Μεταφορά | Mecaz |
Αλληγορία | Alegori |
Ο συγγραφέας έγραψε ένα αριστούργημα | Yazar bir başyapıt yazdı. |
Το ποίημα χρησιμοποιεί μεταφορές | Şiir metaforlar kullanır. |
Η αφήγηση είναι συναρπαστική | Anlatı etkileyici. |
Η πεζογραφία είναι κομψή | Nesir zariftir. |
Η αλληγορία αντιπροσωπεύει την ελευθερία | Alegori özgürlüğü temsil eder. |
Ο χαρακτήρας είναι καλά ανεπτυγμένος | Karakter iyi işlenmiş. |
Η πλοκή ξετυλίγεται σταδιακά | Olay örgüsü yavaş yavaş ortaya çıkar. |
Οι εικόνες είναι ζωντανές | İmgeler canlıdır. |
Ο συμβολισμός είναι βαθύς | Simgesellik derindir. |
Το στυλ είναι εκλεπτυσμένο | Üslubu inceliklidir. |
Το έργο είναι διαχρονικό | Eser zamansızdır. |
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ειρωνεία | Yazar ironi kullanır. |
Το θέμα είναι καθολικό | Tema evrenseldir. |
Ο διάλογος είναι αυθεντικός | Diyalog gerçekçi. |
Η περιγραφή είναι ευφάνταστη | Betimleme çağrıştırıcı. |
Η αφηγηματική φωνή είναι διακριτική | Anlatıcının sesi kendine özgüdür. |
Το λογοτεχνικό μέσο ενισχύει το νόημα | Edebi araç anlamı güçlendirir. |
Το επίλογο ολοκληρώνει την ιστορία | Epilog hikâyeyi sonlandırır. |
Το προοίμιο θέτει τη σκηνή | Prolog sahneyi hazırlar. |
Η στροφή περιέχει τέσσερις στίχους | Kıta dört mısradan oluşur. |
Το σονέτο ακολουθεί αυστηρή μορφή | Sone katı bir biçimi izler. |
Το λογοτεχνικό κίνημα επηρέασε συγγραφείς | Edebi akım yazarları etkiledi. |
Το κλασικό έργο διατηρείται | Klasik eser baki kalır. |
Το σύγχρονο μυθιστόρημα αντικατοπτρίζει την κοινωνία | Çağdaş roman toplumu yansıtır. |
Η λογοτεχνική κριτική αναλύει θέματα | Edebi eleştiri temaları analiz eder. |
Η ανθολογία συλλέγει ποιήματα | Antoloji şiirleri toplar. |
Το χειρόγραφο ανακαλύφθηκε | El yazması keşfedildi. |
Η έκδοση είναι σχολιασμένη | Baskı dipnotludur. |
Η μετάφραση συλλαμβάνει την ουσία | Çeviri özünü yakalıyor. |
Η λογοτεχνική παράδοση συνεχίζεται | Edebi gelenek devam ediyor. |
Το έργο του συγγραφέα είναι εκτενές | Yazarın külliyatı geniştir. |
Ο λογοτεχνικός κανόνας περιλαμβάνει κλασικά | Edebi kanon klasikleri içerir. |
Η αφηγηματική δομή είναι πολύπλοκη | Anlatı yapısı karmaşıktır. |
Η λογοτεχνική ανάλυση αποκαλύπτει βάθος | Edebi analiz derinliği ortaya koyar. |
Διάγνωση | Teşhis |
Θεραπεία | Tedavi |
Χειρουργική. | Ameliyat. |
Η διάγνωση επιβεβαιώθηκε. | Tanı doğrulandı. |
Η θεραπεία είναι αποτελεσματική. | Tedavi etkilidir. |
Η εγχείρηση ήταν επιτυχής. | Ameliyat başarılı geçti. |
Η κατάσταση του ασθενούς βελτιώθηκε. | Hastanın durumu düzeldi. |
Η ιατρική εξέταση αποκάλυψε. | Tıbbi muayene gösterdi. |
Η συνταγή εκτελέστηκε. | Reçete dolduruldu. |
Τα συμπτώματα αναλύθηκαν. | Belirtiler analiz edildi. |
Η ασθένεια διαγνώστηκε. | Hastalık teşhis edildi. |
Το φάρμακο χορηγήθηκε. | İlaç verildi. |
Η ιατρική διαδικασία εκτελέστηκε. | Tıbbi işlem gerçekleştirildi. |
Τα ζωτικά σημεία του ασθενούς παρακολουθήθηκαν. | Hastanın hayati bulguları izlendi. |
Η ανατομία μελετήθηκε. | Anatomi incelendi. |
Η φυσιολογία εξηγήθηκε. | Fizyoloji açıklandı. |
Η παθολογία εντοπίστηκε. | Patoloji tespit edildi. |
Η ιατρική πάθηση απαιτεί προσοχή. | Tıbbi durum dikkat gerektirir. |
Η κλινική δοκιμή πραγματοποιήθηκε. | Klinik deneme gerçekleştirildi. |
Η ιατρική έρευνα προώθησε τη γνώση. | Tıbbi araştırma bilgiyi ilerletti. |
Το σύστημα υγείας παρέχει φροντίδα. | Sağlık sistemi bakım sağlar. |
Η ιατρική ειδικότητα επικεντρώνεται σε. | Tıbbi uzmanlık alanı odaklanır. |
Η διάγνωση ήταν διαφορική. | Tanı ayırıcıydı. |
Η πρόγνωση είναι ευνοϊκή. | Prognoz iyi. |
Η ιατρική παρέμβαση ήταν απαραίτητη. | Tıbbi müdahale gerekliydi. |
Το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς ελέγχθηκε. | Hastanın tıbbi geçmişi incelendi. |
Η ιατρική ορολογία είναι ακριβής. | Tıbbi terminoloji nettir. |
Ο πάροχος υγειονομικής περίθαλψης που συμβουλεύτηκε. | Danışılan sağlık hizmeti sağlayıcısı. |
Το ιατρικό πρωτόκολλο τηρήθηκε. | Tıbbi protokole uyuldu. |
Η ανάρρωση του ασθενούς παρακολουθήθηκε. | Hastanın iyileşmesi izlendi. |
Ο ιατρικός εξοπλισμός αποστειρώθηκε. | Tıbbi ekipman sterilize edildi. |
Η χειρουργική επέμβαση ήταν προγραμματισμένη. | Cerrahi işlem planlandı. |
Η αναισθησία χορηγήθηκε. | Anestezi uygulandı. |
Η ιατρική ομάδα συνεργάστηκε. | Tıbbi ekip işbirliği yaptı. |
Ελήφθη η συγκατάθεση του ασθενούς. | Hastanın rızası alındı. |
Τηρήθηκε η ιατρική δεοντολογία. | Tıbbi etik kurallarına uyuldu. |
Η πολιτική για την υγειονομική περίθαλψη εφαρμόστηκε. | Sağlık politikası uygulandı. |
Η ιατρική καινοτομία βελτίωσε τα αποτελέσματα. | Tıbbi yenilik tedavi sonuçlarını iyileştirdi. |
Η ποιότητα ζωής του ασθενούς βελτιώθηκε. | Hastanın yaşam kalitesi iyileşti. |
Ο τομέας της ιατρικής εξελίσσεται συνεχώς. | Tıp alanı sürekli ilerlemektedir. |
Η παροχή υπηρεσιών υγείας βελτιστοποιήθηκε. | Sağlık hizmeti sunumu optimize edildi. |
Η ιατρική εκπαίδευση είναι αυστηρή. | Tıp eğitimi zorludur. |
Τα δικαιώματα του ασθενούς προστατεύτηκαν. | Hastanın hakları korundu. |
Το ιατρικό απόρρητο τηρήθηκε. | Tıbbi gizlilik korundu. |
Η μεταρρύθμιση της υγειονομικής περίθαλψης συζητήθηκε. | Sağlık reformu tartışıldı. |
Η ιατρική πρακτική βασιζόταν σε αποδείξεις. | Tıbbi uygulama kanıta dayalıydı. |
Η αυτονομία του ασθενούς σεβάστηκε. | Hastanın özerkliğine saygı gösterildi. |
Η ιατρική απόφαση ήταν ενημερωμένη. | Tıbbi karar bilgilendirildi. |
Η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη βελτιώθηκε. | Sağlık hizmetlerine erişim iyileştirildi. |
Η ιατρική έρευνα ήταν πρωτοποριακή. | Tıbbi araştırma çığır açıcıydı. |
Φιλοσοφία. | Felsefe. |
Ηθική | Etik |
Ηθική. | Ahlak. |
Σπουδάζω φιλοσοφία. | Felsefe okuyorum. |
Η ηθική καθοδηγεί τη συμπεριφορά. | Etik davranışı yönlendirir. |
Η ηθική είναι πολύπλοκη. | Ahlak karmaşıktır. |
Το φιλοσοφικό ερώτημα ήταν βαθύ. | Felsefi soru derindi. |
Το ηθικό δίλημμα συζητήθηκε. | Ahlaki ikilem tartışıldı. |
Η ηθική αρχή εφαρμόστηκε. | Ahlaki ilke uygulandı. |
Το φιλοσοφικό επιχείρημα ήταν πειστικό. | Felsefi argüman ikna ediciydi. |
Το ηθικό πλαίσιο καθιερώθηκε. | Etik çerçeve oluşturuldu. |
Ο ηθικός συλλογισμός ήταν βάσιμος. | Ahlaki muhakeme sağlamdı. |
Η φιλοσοφική παράδοση επηρέασε τη σκέψη. | Felsefi gelenek düşünceyi etkiledi. |
Η ηθική εξέταση ήταν σημαντική. | Etik değerlendirme önemliydi. |
Η ηθική κρίση λήφθηκε. | Ahlaki yargı verildi. |
Η φιλοσοφική έρευνα διερεύνησε το νόημα. | Felsefi sorgulama anlamı inceledi. |
Το ηθικό πρότυπο τηρήθηκε. | Etik standart korundu. |
Η ηθική αξία αναγνωρίστηκε. | Ahlaki değer tanındı. |
Η φιλοσοφική προοπτική ήταν μοναδική. | Felsefi bakış açısı benzersizdi. |
Η ηθική απόφαση ήταν δύσκολη. | Etik karar zordu. |
Η ηθική υποχρέωση εκπληρώθηκε. | Ahlaki yükümlülük yerine getirildi. |
Ο φιλοσοφικός λόγος ήταν συναρπαστικός. | Felsefi söylem ilgi çekiciydi. |
Ο ηθικός κώδικας τηρήθηκε. | Etik kurallara uyuldu. |
Η ηθική φιλοσοφία μελετήθηκε. | Ahlak felsefesi incelendi. |
Η φιλοσοφική έννοια ήταν αφηρημένη. | Felsefi kavram soyuttu. |
Η ηθική θεωρία αναπτύχθηκε. | Etik teori geliştirildi. |
Η ηθική φιλοσοφία καθοδηγεί τη δράση. | Ahlak felsefesi eylemi yönlendirir. |
Η φιλοσοφική σκέψη ήταν βαθιά. | Felsefi yansıma derindi. |
Η ηθική αρχή ήταν καθολική. | Etik ilke evrenseldi. |
Ο ηθικός συλλογισμός ήταν λογικός. | Ahlaki muhakeme mantıklıydı. |
κοιτάζω | Bakmak. |
ρίχνω μια ματιά. | Göz atmak. |
ατενίζω. | dik dik bakmak |
ατενίζω | dik dik bakmak |
λέω | Söylemek. |
ψιθυρίζω | Fısıldamak. |
φωνάζω. | bağırmak. |
μουρμουρίζω | Mırıldanmak. |
περπατάω | yürümek |
περπατώ | rahatça yürümek |
βαδίζω με μεγάλα, αποφασιστικά βήματα | Uzun adımlarla yürümek. |
βολτάρω | rahatça yürümek |
τρέχω | Koşmak. |
σπριντάρω | Süratle koşmak. |
Κάνω τζόγκινγκ. | yavaş tempoda koşmak |
τρέχω βιαστικά. | hızla koşmak |
Σκέφτομαι. | düşünmek. |
Συλλογίζομαι. | Düşünüp taşınmak. |
στοχάζομαι | derinlemesine düşünmek |
συλλογίζομαι | dikkatlice düşünmek |
αισθάνομαι | Hissetmek. |
αισθάνομαι | Sezmek |
αντιλαμβάνομαι | Algılamak. |
ανιχνεύω | Tespit etmek. |
καταλαβαίνω | Anlamak. |
να κατανοήσω. | kavramak |
Κατανοώ. | Kavramak. |
συνειδητοποιώ | fark etmek. |
γνωρίζω | bilmek. |
Να γνωρίζω. | Farkında olmak. |
αναγνωρίζω | Tanımak |
είμαι εξοικειωμένος με | Bir şeye aşina olmak. |
Υπόθεση | Hipotez. |
Πείραμα. | Deney. |
Θεωρία. | Teori. |
Η υπόθεση διατυπώθηκε. | Hipotez formüle edildi. |
Το πείραμα σχεδιάστηκε. | Deney tasarlandı. |
Η θεωρία επαληθεύτηκε. | Teori doğrulandı. |
Η επιστημονική μέθοδος εφαρμόστηκε. | Bilimsel yöntem uygulandı. |
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σχολαστικά. | Araştırma titizlikle yürütüldü. |
Τα δεδομένα συλλέχθηκαν συστηματικά. | Veriler sistematik olarak toplandı. |
Η ανάλυση ήταν διεξοδική. | Analiz kapsamlıydı. |
Ο εξοπλισμός του εργαστηρίου βαθμονομήθηκε. | Laboratuvar ekipmanları kalibre edildi. |
Η επιστημονική ανακάλυψη ήταν σημαντική. | Bilimsel keşif önemliydi. |
Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν. | Araştırma bulguları yayımlandı. |
Η διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους ολοκληρώθηκε. | Hakem değerlendirme süreci tamamlandı. |
Η επιστημονική κοινότητα απάντησε. | Bilim camiası yanıt verdi. |
Η μεθοδολογία ήταν αξιόπιστη. | Metodoloji sağlamdı. |
Το ερευνητικό ερώτημα αντιμετωπίστηκε. | Araştırma sorusu ele alındı. |
Το επιστημονικό άρθρο αξιολογήθηκε από ομότιμους. | Bilimsel makale hakem değerlendirmesinden geçti. |
Η ακαδημαϊκή έρευνα συνέβαλε στη γνώση. | Akademik araştırma bilgiye katkıda bulundu. |
Ο πειραματικός σχεδιασμός ήταν ελεγχόμενος. | Deneysel tasarım kontrollüydü. |
Οι μεταβλητές μετρήθηκαν με ακρίβεια. | Değişkenler doğru bir şekilde ölçüldü. |
Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε. | İstatistiksel analiz yapıldı. |
Το πρωτόκολλο της έρευνας ακολουθήθηκε. | Araştırma protokolüne uyuldu. |
Η επιστημονική έρευνα ήταν συστηματική. | Bilimsel araştırma sistematikti. |
Η εργαστηριακή εργασία ήταν ακριβής. | Laboratuvar çalışması hassastı. |
Η μεθοδολογία της έρευνας ήταν αυστηρή. | Araştırma metodolojisi titizdi. |
Τα επιστημονικά στοιχεία ήταν πειστικά. | Bilimsel kanıtlar ikna ediciydi. |
Η ακαδημαϊκή μελέτη ήταν εκτενής. | Akademik araştırma kapsamlıydı. |
Η ερευνητική καινοτομία προώθησε τον τομέα. | Araştırmadaki yenilik, alanı ilerletti. |
Η επιστημονική γνώση επεκτάθηκε. | Bilimsel bilgi genişletildi. |
Η ερευνητική συνεργασία ήταν καρποφόρα. | Araştırma işbirliği verimliydi. |
Τα εργαστηριακά ευρήματα ήταν αναπαραγώγιμα. | Laboratuvar bulguları yeniden üretilebilirdi. |
Η επιστημονική έρευνα ήταν διεξοδική. | Bilimsel araştırma kapsamlıydı. |
Η ερευνητική συνεισφορά ήταν πρωτότυπη. | Araştırma katkısı özgündü. |
Η ακαδημαϊκή δημοσίευση ήταν επιδραστική. | Akademik yayın etkiliydi. |
Το επιστημονικό παράδειγμα μετατοπίστηκε. | Bilimsel paradigmada değişiklik oldu. |
Η μεθοδολογία της έρευνας επικυρώθηκε. | Araştırma metodolojisi doğrulandı. |
Η εργαστηριακή έρευνα ήταν πρωτοποριακή. | Laboratuvardaki araştırma çığır açıcıydı. |
Η επιστημονική πρόοδος ήταν σημαντική. | Bilimsel ilerleme önemliydi. |
Η ερευνητική αριστεία αναγνωρίστηκε. | Araştırma mükemmelliği tanındı. |
Η ακαδημαϊκή έρευνα χρηματοδοτήθηκε. | Akademik araştırma finanse edildi. |
Η επιστημονική ακεραιότητα διατηρήθηκε. | Bilimsel bütünlük korundu. |
Οι δεοντολογικές αρχές της έρευνας τηρήθηκαν. | Araştırma etiğine uyuldu. |
Η ασφάλεια του εργαστηρίου εξασφαλίστηκε. | Laboratuvar güvenliği sağlandı. |
Η επιστημονική ακρίβεια επαληθεύτηκε. | Bilimsel doğruluk doğrulandı. |
Η διαφάνεια στην έρευνα προωθήθηκε. | Araştırma şeffaflığı teşvik edildi. |
Η ακαδημαϊκή έρευνα ήταν αυστηρή. | Akademik araştırma titizdi. |
Η επιστημονική κοινότητα συνεργάστηκε. | Bilim camiası işbirliği yaptı. |
Η επίδραση της έρευνας μετρήθηκε. | Araştırmanın etkisi ölçüldü. |
Είχα πάει. | Gitmiştim. |
Είχες φάει. | Sen yemiştin. |
Είχε φτάσει. | O gelmişti. |
Είχε φύγει. | O gitmişti. |
Είχαμε δει. | Görmüştük. |
Θα έχω τελειώσει. | Bitirmiş olacağım. |
Θα έχεις φτάσει. | Varmış olacaksın. |
Θα έχει φύγει. | O gitmiş olacak. |
Θα έχει ολοκληρώσει. | O tamamlamış olacak. |
Θα έχουμε επιτύχει. | Başarmış olacağız. |
Θα είχα πάει. | Gitmiş olurdum. |
Θα είχες φάει. | Yemiş olurdun. |
Θα είχε φτάσει. | O gelmiş olurdu. |
Θα είχε φύγει. | O gitmiş olurdu. |
Θα είχαμε δει. | Görmüş olurduk. |
Πήγαινα. | Gidiyordum. |
Εσύ είχες φάει. | Yiyordun. |
Είχε δουλέψει. | O çalışıyordu. |
Είχε μελετήσει. | O çalışıyordu. |
Είχαμε περιμένει. | Bekliyor olmuştuk. |
Θα έχω δουλέψει. | Çalışıyor olacağım |
Θα έχεις μελετήσει. | Çalışıyor olacaksın. |
Θα έχει περιμένει. | Bekliyor olacak. |
Θα έχει διαβάσει. | O okuyor olacak. |
Θα έχουμε ταξιδέψει. | Seyahat ediyor olacağız. |
Θα είχα συνεχίσει να πηγαίνω. | Gidiyor olurdum. |
Θα είχες φάει. | Yiyor olurdun. |
Θα δούλευε. | Çalışıyor olacaktı. |
Θα ήταν απασχολημένη με το διάβασμα. | O ders çalışıyor olurdu. |
Θα είχαμε περιμένει. | Bekliyor olacaktık. |
Έχοντας τελειώσει, έφυγα. | Bitirdikten sonra ayrıldım. |
Έχοντας φτάσει, ξεκουραστήκαμε. | Vardıktan sonra dinlendik. |
Έχοντας μελετήσει, πέρασε. | Çalıştığı için geçti. |
Έχοντας εργαστεί, χαλάρωσε. | Çalıştıktan sonra dinlendi. |
Έχοντας διαβάσει, κατάλαβα. | Okuduktan sonra anladım. |
Αν επρόκειτο να πάω, θα σε ενημέρωνα. | Gitsem, seni bilgilendirirdim. |
Αν το είχα μάθει, θα είχα συμπεριφερθεί διαφορετικά. | Bunu bilmiş olsaydım, farklı davranırdım. |
Εάν χρειαστείτε βοήθεια, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας. | Yardıma ihtiyaç duymanız halinde, lütfen bizimle iletişime geçin. |
Αν δεν ήταν η βοήθειά σου, θα είχα αποτύχει. | Yardımın olmasaydı başarısız olurdum. |
Αν είχε γίνει δυνατό, θα είχαμε παραβρεθεί. | Eğer mümkün olsaydı, katılırdık. |
Αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, το αποτέλεσμα θα διέφερε. | Koşullar farklı olsaydı, sonuç değişirdi. |
Εάν προκύψει ανάγκη, θα ανταποκριθούμε. | Gerekirse yanıt vereceğiz. |
Αν μόνο το είχαμε γνωρίσει, θα είχαμε προετοιμαστεί. | Keşke bilseydik, hazırlık yapardık. |
Αν κανείς λάμβανε υπόψη του τις συνέπειες. | Birisi sonuçları düşünse. |
Θα ήταν καλύτερα να έμενες σιωπηλός. | Senin sessiz kalman daha iyi olurdu. |
Μακάρι να ήταν αλλιώς. | Keşke durum farklı olsaydı. |
Αν ήμουν στη θέση σου, θα το ξανασκεφτόμουν. | Senin yerinde olsam, tekrar düşünürdüm. |
Κατά κάποιο τρόπο, η κατάσταση είναι περίπλοκη. | Tabiri caizse, durum karmaşık. |
Παρ' όλα αυτά, πρέπει να προχωρήσουμε. | Durum böyle olsa da, ilerlemeliyiz. |
Ό,τι κι αν γίνει, θα επιμείνουμε. | Ne olursa olsun, sebat edeceğiz. |
Όσο ταπεινό κι αν είναι, δεν υπάρχει μέρος σαν το σπίτι. | Her ne kadar mütevazı olsa da, ev gibisi yok. |
Αρκεί να πούμε ότι το ζήτημα έχει λυθεί. | Şunu söylemek yeterli: mesele çözüldü. |
Θα ήμουν ο τελευταίος που θα επέκρινα. | Eleştirmek bana düşmez. |
Έτσι να γίνει. | Öyle olsun. |
Διατριβή | Tez. |
Διατριβή | Tez. |
Ερευνητικό άρθρο | Araştırma makalesi. |
Γράφω τη διατριβή μου | Tezimi yazıyorum. |
Η διατριβή είναι περιεκτική | Tez kapsamlıdır. |
Το ερευνητικό άρθρο δημοσιεύτηκε | Araştırma makalesi yayımlandı. |
Η μεθοδολογία είναι αυστηρή. | Metodoloji titizdir. |
Η υπόθεση ελέγχθηκε. | Hipotez test edildi. |
Τα ευρήματα είναι σημαντικά. | Bulgular önemlidir. |